Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
público
01
δημόσιος, προσβάσιμος ή ανήκει σε όλους τους ανθρώπους
que es accesible o pertenece a toda la gente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
público
αρσενικό πληθυντικό
públicos
θηλυκό ενικό
pública
θηλυκό πληθυντικό
públicas
Παραδείγματα
La biblioteca pública está abierta para todos.
Η δημόσια βιβλιοθήκη είναι ανοιχτή για όλους.
02
δημόσιος, κρατικός
perteneciente o relacionado con el Estado o gobierno
Παραδείγματα
Los servicios de salud pública son esenciales.
Οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας είναι απαραίτητες.
03
δημόσιος
conocido por muchas personas
Παραδείγματα
Su relación se hizo pública recientemente.
Η σχέση τους έγινε δημόσια πρόσφατα.
04
δημόσιος, κρατικός
financiado o gestionado por el Estado, especialmente escuelas y universidades
Παραδείγματα
Prefiero estudiar en una escuela pública.
Προτιμώ να σπουδάζω σε ένα δημόσιο σχολείο.
El público
01
κοινό, ακροατήριο
conjunto de personas a quienes se dirige algo o que asisten a un lugar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
públicos
Παραδείγματα
El público esperaba ansioso el concierto.
Το κοινό περίμενε ανυπόμονα τη συναυλία.
02
κοινό, ακροατήριο
un grupo de personas que asiste a un evento o consume una obra artística
Παραδείγματα
El público aplaudió con entusiasmo al final de la sinfonía.
Το κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό στο τέλος της συμφωνίας.



























