Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estropear
01
χαλάω, παθαίνω βλάβη
deteriorarse o dejar de funcionar correctamente; dañarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estropeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estropea
ενεστώτα μετοχή
estropeando
απλός αόριστος
me estropeé
παθητική μετοχή
estropeado
Παραδείγματα
El coche se estropeó en la carretera.
Το αυτοκίνητο χάλασε στο δρόμο.



























