estropear
est
est
εστ
ro
ɾo
ρο
pear
ˈpeaɾ
πεαρ
televisarruborizarblanqueardescolgar

Ορισμός και σημασία του "estropear"στα ισπανικά

estropear
01

χαλάω, παθαίνω βλάβη

deteriorarse o dejar de funcionar correctamente; dañarse 
estropear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estropeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estropea
ενεστώτα μετοχή
estropeando
απλός αόριστος
me estropeé
παθητική μετοχή
estropeado
Παραδείγματα
El coche se estropeó en la carretera. 

Το αυτοκίνητο χάλασε στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store