Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La enfermería
01
ασθενόδωμα, ιατρείο
la habitación o área en un lugar público como una escuela o una fábrica donde se brinda primeros auxilios y atención médica básica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
enfermerías
Παραδείγματα
Trabaja como auxiliar en la enfermería de un colegio grande.
Δουλεύει ως βοηθός στο νοσοκομείο ενός μεγάλου σχολείου.



























