Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orgánico
01
βιολογικός, οργανικός
que ha sido producido sin el uso de productos químicos artificiales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más orgánico
συγκριτικός βαθμός
más orgánico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
orgánico
αρσενικό πληθυντικό
orgánicos
θηλυκό ενικό
orgánica
θηλυκό πληθυντικό
orgánicas
Παραδείγματα
Solo consumo alimentos orgánicos.
Καταναλώνω μόνο βιολογικά τρόφιμα.
02
οργανικός
relativo a compuestos basados en carbono, especialmente en química
Παραδείγματα
El compuesto orgánico contiene carbono e hidrógeno.
Η οργανική ένωση περιέχει άνθρακα και υδρογόνο.



























