Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gastar
01
καταναλώνω, ξοδεύω
usar o consumir algo hasta agotarlo, no necesariamente dinero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasta
ενεστώτα μετοχή
gastando
απλός αόριστος
gasté
παθητική μετοχή
gastado
Παραδείγματα
Gastamos toda el agua durante la fiesta.
Καταναλώσαμε όλο το νερό κατά τη διάρκεια του πάρτι.
02
ξοδεύω, καταναλώνω
usar dinero o recursos para comprar o pagar algo
Παραδείγματα
No quiero gastar todo mi dinero en ropa.
Δεν θέλω να ξοδέψω όλα τα χρήματά μου σε ρούχα.



























