Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El empeoramiento
[gender: masculine]
01
επιδείνωση, χειροτέρευση
acción o proceso de ponerse peor, perder calidad, salud o condición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empeoramientos
Παραδείγματα
El conflicto produjo un empeoramiento de las relaciones internacionales.
Η σύγκρουση προκάλεσε επιδείνωση των διεθνών σχέσεων.



























