Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El empeoramiento
01
επιδείνωση, χειροτέρευση
acción o proceso de ponerse peor, perder calidad, salud o condición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empeoramientos
Παραδείγματα
Hay un empeoramiento de la contaminación en la ciudad.
Υπάρχει μια επιδείνωση της ρύπανσης στην πόλη.



























