la timidez
Pronunciation
/tˌimiðˈeθ/

Ορισμός και σημασία του "timidez"στα ισπανικά

01

ντροπαλότητα, συνεσταμένη συμπεριφορά

una cualidad o estado caracterizado por la falta de confianza, facilidad o desenvoltura en situaciones sociales
la timidez definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
No hay nada malo en un poco de timidez.
Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε λίγη ντροπαλότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store