Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rayo
01
ακτίνα, δέσμη
línea de luz o energía que se propaga en el espacio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rayos
Παραδείγματα
Un rayo de sol iluminó la habitación.
Μια ακτίνα ηλιακού φωτός φώτισε το δωμάτιο.
02
αστραπή
descarga eléctrica que se produce entre nubes o entre una nube y la tierra durante una tormenta
Παραδείγματα
El rayo iluminó todo el cielo.
Η αστραπή φώτισε όλο τον ουρανό.



























