Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respetuoso
01
σεβαστικός
que demuestra respeto y consideración hacia los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más respetuoso
συγκριτικός βαθμός
más respetuoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
respetuoso
αρσενικό πληθυντικό
respetuosos
θηλυκό ενικό
respetuosa
θηλυκό πληθυντικό
respetuosas
Παραδείγματα
María siempre es respetuosa con los mayores.
Η Μαρία είναι πάντα σεβαστική προς τους μεγαλύτερους.



























