Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
olvidar
[past form: me olvidé][present form: me olvido]
01
ξεχνώ, ξεχνάω
no recordar algo o dejar de tener en la mente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
olvido
γ΄ ενικό πρόσωπο
olvida
ενεστώτα μετοχή
olvidando
απλός αόριστος
me olvidé
παθητική μετοχή
olvidado
Παραδείγματα
Nos olvidamos de comprar leche.
Ξεχάσαμε να αγοράσουμε γάλα.



























