conflictivo
conf
koɱf
komf
li
li
li
cti
ˈgti
gti
vo
βo
bo
interactivocompetitivoretributivopsicoactivo

Ορισμός και σημασία του "conflictivo"στα ισπανικά

conflictivo
01

συγκρουσιακός, επιρρεπής σε συγκρούσεις

que tiende a causar conflictos o problemas 
conflictivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas conflictivo
συγκριτικός βαθμός
mas conflictivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conflictivo
αρσενικό πληθυντικό
conflictivos
θηλυκό ενικό
conflictiva
θηλυκό πληθυντικό
conflictivas
Παραδείγματα
Es un entorno laboral conflictivo. 

Είναι ένα συγκρουσιακό εργασιακό περιβάλλον.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store