Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El celular
01
κινητό τηλέφωνο, κινητό
teléfono móvil que permite hacer llamadas y enviar mensajes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
celulares
Παραδείγματα
Compré un celular nuevo ayer.
Αγόρασα ένα νέο κινητό τηλέφωνο χθες.
celular
01
κυτταρικός, σχετικός με τα κύτταρα
relacionado con las células de los seres vivos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
celular
αρσενικό πληθυντικό
celulares
θηλυκό ενικό
celular
θηλυκό πληθυντικό
celulares
Παραδείγματα
El estudio mostró daños celulares en los tejidos.
Η μελέτη έδειξε κυτταρικές βλάβες στους ιστούς.



























