Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avisar
01
προειδοποιώ, ειδοποιώ
dar información confidencial o un aviso secreto, especialmente sobre un delito o evento planeado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
avisa
ενεστώτα μετοχή
avisando
απλός αόριστος
avisé
παθητική μετοχή
avisado
Παραδείγματα
Alguien avisó a los ladrones antes de la redada policial.
Κάποιος προειδοποίησε τους κλέφτες πριν από την αστυνομική επιδρομή.



























