avisar
a
a
a
vi
βi
bi
sar
ˈsaɾ
sar
avivaralisar

Ορισμός και σημασία του "avisar"στα ισπανικά

avisar
01

προειδοποιώ, ειδοποιώ

dar información confidencial o un aviso secreto, especialmente sobre un delito o evento planeado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
avisa
ενεστώτα μετοχή
avisando
απλός αόριστος
avisé
παθητική μετοχή
avisado
Παραδείγματα
Alguien avisó a los ladrones antes de la redada policial. 

Κάποιος προειδοποίησε τους κλέφτες πριν από την αστυνομική επιδρομή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store