avisar
Pronunciation
/ˌaβisˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "avisar"στα ισπανικά

avisar
01

προειδοποιώ, ειδοποιώ

dar información confidencial o un aviso secreto, especialmente sobre un delito o evento planeado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
avisa
ενεστώτα μετοχή
avisando
απλός αόριστος
avisé
παθητική μετοχή
avisado
Παραδείγματα
El informante avisó a la policía sobre el lugar de la próxima entrega.
Ο πληροφοριοδότης ειδοποίησε την αστυνομία για τη θέση της επόμενης παράδοσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store