Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avisar
01
comunicar a alguien una información, noticia o advertencia
Παραδείγματα
Avísame cuando llegues a casa.
02
προειδοποιώ, ειδοποιώ
dar información confidencial o un aviso secreto, especialmente sobre un delito o evento planeado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
avisa
ενεστώτα μετοχή
avisando
απλός αόριστος
avisé
παθητική μετοχή
avisado
Παραδείγματα
Alguien avisó a los ladrones antes de la redada policial.
LanGeek



























