Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adecuado
01
κατάλληλος
que es correcto, conveniente o apropiado para una situación, propósito o necesidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más adecuado
συγκριτικός βαθμός
más adecuado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adecuado
αρσενικό πληθυντικό
adecuados
θηλυκό ενικό
adecuada
θηλυκό πληθυντικό
adecuadas
Παραδείγματα
La respuesta que dio no fue adecuada a la situación.
Η απάντηση που έδωσε δεν ήταν κατάλληλη για την κατάσταση.



























