Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solicitar
01
αίτηση
pedir formalmente algo, especialmente un documento, permiso o ayuda
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
solicito
γ΄ ενικό πρόσωπο
solicita
ενεστώτα μετοχή
solicitando
απλός αόριστος
solicité
παθητική μετοχή
solicitado
Παραδείγματα
¿ Has solicitado ya el préstamo estudiantil?
Έχεις ήδη υποβάλει αίτηση για το φοιτητικό δάνειο;



























