solicitar
Pronunciation
/sˌoliθitˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "solicitar"στα ισπανικά

solicitar
01

αίτηση

pedir formalmente algo, especialmente un documento, permiso o ayuda
solicitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
solicito
γ΄ ενικό πρόσωπο
solicita
ενεστώτα μετοχή
solicitando
απλός αόριστος
solicité
παθητική μετοχή
solicitado
Παραδείγματα
¿ Has solicitado ya el préstamo estudiantil?
Έχεις ήδη υποβάλει αίτηση για το φοιτητικό δάνειο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store