Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exponer
01
εξηγώ
presentar una idea o tema de manera clara y detallada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
expongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
expone
ενεστώτα μετοχή
exponiendo
απλός αόριστος
expuse
παθητική μετοχή
expuesto
Παραδείγματα
El artículo expone los beneficios del ejercicio.
Το άρθρο εκθέτει τα οφέλη της άσκησης.
02
εκθέτω
presentar una obra de arte al público en un lugar
Παραδείγματα
La feria expone arte moderno.
Η έκθεση εκθέτει μοντέρνα τέχνη.



























