Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distinguir
01
διακρίνω
reconocer o percibir la diferencia entre personas o cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
distingo
γ΄ ενικό πρόσωπο
distingue
ενεστώτα μετοχή
distinguiendo
απλός αόριστος
distinguí
παθητική μετοχή
distinguido
Παραδείγματα
No pudo distinguir entre las dos voces.
Δεν μπόρεσε να διακρίνει τις δύο φωνές.



























