Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
delegado
01
ανατεθειμένος, αντιπροσωπευτικός
persona que representa o asume responsabilidades en nombre de un grupo u organización
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
delegado
αρσενικό πληθυντικό
delegados
θηλυκό ενικό
delegada
θηλυκό πληθυντικό
delegadas
Παραδείγματα
Los delegados votaron la propuesta.
Οι αντιπρόσωποι ψήφισαν την πρόταση.



























