agobiado
a
a
α
gob
ˈɣoβ
γοβ
ia
ja
γα
do
ðo
δο
empanadoestimadocuadradoescotado

Ορισμός και σημασία του "agobiado"στα ισπανικά

01

καταπονημένος, πιεσμένος

que siente mucha presión, cansancio o preocupación 
agobiado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más agobiado
συγκριτικός βαθμός
más agobiado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
agobiado
αρσενικό πληθυντικό
agobiados
θηλυκό ενικό
agobiada
θηλυκό πληθυντικό
agobiadas
θεματικό πεδίο
estado emocional, salud mental, experiencia humana
Παραδείγματα
Estoy agobiado por el trabajo y las responsabilidades. 

Είμαι καταπονημένος από τη δουλειά και τις ευθύνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store