Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vista
[gender: feminine]
01
θέα, πανόραμα
paisaje o escena que se puede observar desde un lugar
Παραδείγματα
Esa colina tiene la mejor vista del atardecer.
Αυτός ο λόφος έχει την καλύτερη θέα του ηλιοβασιλέματος.
02
όραση, θέα
capacidad de percibir con los ojos
Παραδείγματα
Mi abuela tiene problemas de vista.
Η γιαγιά μου έχει προβλήματα όρασης.
03
ακροαματική διαδικασία, δικαστική συνεδρίαση
sesión en la que se presentan pruebas y argumentos ante un juez
Παραδείγματα
El juez presidió la vista del caso.
Ο δικαστής προέδρευσε της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης.



























