la vista
vis
ˈbis
bis
ta
ta
ta
pistalistataxistaturista

Ορισμός και σημασία του "vista"στα ισπανικά

01

θέα, πανόραμα

paisaje o escena que se puede observar desde un lugar 
la vista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vistas
Παραδείγματα
Desde la cima de la montaña hay una vista increíble. 

Από την κορυφή του βουνού υπάρχει μια εκπληκτική θέα.

02

όραση, θέα

capacidad de percibir con los ojos 
la vista definition and meaning
Παραδείγματα
La vista es uno de los cinco sentidos. 

Η όραση είναι μία από τις πέντε αισθήσεις.

03

ακροαματική διαδικασία, δικαστική συνεδρίαση

sesión en la que se presentan pruebas y argumentos ante un juez 
Παραδείγματα
La vista será el próximo lunes. 

Η ακροαματική διαδικασία θα είναι την επόμενη Δευτέρα.

Λεξικό Δέντρο

revista
vista
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store