Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vanguardista
01
αβανγκαρντ, καινοτόμος
que pertenece o sigue ideas, estilos o movimientos innovadores y adelantados a su tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más vanguardista
συγκριτικός βαθμός
más vanguardista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vanguardista
αρσενικό πληθυντικό
vanguardistas
θηλυκό ενικό
vanguardista
θηλυκό πληθυντικό
vanguardistas
Παραδείγματα
El cine vanguardista suele ser experimental.
Ο πρωτοποριακός κινηματογράφος είναι συνήθως πειραματικός.



























