Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspender
01
αποτυγχάνω
no aprobar un examen o una prueba
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suspendí
γ΄ ενικό πρόσωπο
suspende
ενεστώτα μετοχή
suspendo
απλός αόριστος
suspendí
παθητική μετοχή
suspendido,suspenso
Παραδείγματα
Suspedí el examen de matemáticas.
Ανέστειλα το διαγώνισμα των μαθηματικών.



























