suspender
Pronunciation
/sˌuspɛndˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "suspender"στα ισπανικά

suspender
01

αποτυγχάνω

no aprobar un examen o una prueba
suspender definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
suspendí
γ΄ ενικό πρόσωπο
suspende
ενεστώτα μετοχή
suspendo
απλός αόριστος
suspendí
παθητική μετοχή
suspendido,suspenso
Παραδείγματα
Si suspendes, tendrás que repetir la materia.
Αν suspendes, θα πρέπει να επαναλάβεις το μάθημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store