Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deslizar
01
γλιστρώ
moverse suavemente sobre una superficie sin fricción o con poca resistencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
deslizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desliza
ενεστώτα μετοχή
deslizando
απλός αόριστος
me deslicé
παθητική μετοχή
deslizado
Παραδείγματα
El niño se deslizó por el tobogán del parque.
Το παιδί γλίστρησε στην τσουλήθρα του πάρκου.
LanGeek



























