Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La desesperación
01
απελπισία
sentimiento de angustia extrema o pérdida total de esperanza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La desesperación se reflejaba en sus ojos.
Η απελπισία αντανακλούνταν στα μάτια του.



























