Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorprender
01
εκπλήσσω, ξαφνιάζω
causar sorpresa o algo inesperado a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sorprendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorprende
ενεστώτα μετοχή
sorprendiendo
απλός αόριστος
sorprendí
παθητική μετοχή
sorprendido
Παραδείγματα
Quiero sorprender a mi amiga con una fiesta.
Θέλω να εκπλήξω τη φίλη μου με ένα πάρτι.
1.1
εκπλήσσομαι
sentir sorpresa por algo inesperado
Παραδείγματα
Me sorprendí al ver la cantidad de gente.
Εξεπλάγην βλέποντας τον αριθμό των ανθρώπων.
02
αιφνιδιάζω, πιάνω επ' αυτοφώρω
descubrir a alguien en el momento en que hace algo inesperado o imprevisto
Παραδείγματα
La policía sorprendió al ladrón en el acto.
Η αστυνομία συνέλαβε τον κλέφτη επ' αυτοφώρω.



























