Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revisar
[past form: revisé][present form: reviso]
01
ελέγχω, επανεξετάζω
examinar algo con atención para verificar o corregir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
revisa
ενεστώτα μετοχή
revisando
απλός αόριστος
revisé
παθητική μετοχή
revisado
Παραδείγματα
Los médicos revisaron los resultados del análisis.
Οι γιατροί εξέτασαν τα αποτελέσματα της ανάλυσης.
02
ελέγχω
examinar algo cuidadosamente para detectar problemas o errores
Παραδείγματα
Revisaron los productos para detectar defectos.
Επιθεώρησαν τα προϊόντα για τον εντοπισμό ελαττωμάτων.
03
αναθεωρώ, εξετάζω
examinar y corregir algo para mejorar su contenido o precisión
Παραδείγματα
El profesor revisa los trabajos de los estudiantes.
Ο δάσκαλος εξετάζει τις εργασίες των μαθητών.



























