Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permanecer
[past form: permanecí][present form: permanezco]
01
παραμένω, μένω
continuar en un lugar o estado sin moverse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
permanezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
permanece
ενεστώτα μετοχή
permaneciendo
απλός αόριστος
permanecí
παθητική μετοχή
permanecido
Παραδείγματα
Permanecer en contacto es importante para los amigos.
Μένω σε επαφή είναι σημαντικό για τους φίλους.



























