Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identificar
[past form: identifiqué][present form: identifico]
01
αναγνωρίζω
reconocer o distinguir algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
identifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
identifica
ενεστώτα μετοχή
identificando
απλός αόριστος
identifiqué
παθητική μετοχή
identificado
Παραδείγματα
Nos pidieron que identificáramos todos los objetos en la escena.
Μας ζήτησαν να προσδιορίσουμε όλα τα αντικείμενα στη σκηνή.
02
αυτοπροσδιορίζομαι
decir quién eres o presentarte
Παραδείγματα
No es necesario identificarse para participar en el evento.
Δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίσετε τον εαυτό σας για να συμμετάσχετε στην εκδήλωση.



























