identificar
i
i
ι
den
ðen
δεν
ti
ti
τι
fi
fi
φι
car
ˈkaɾ
καρ

Ορισμός και σημασία του "identificar"στα ισπανικά

identificar
01

αναγνωρίζω

reconocer o distinguir algo o a alguien 
identificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
identifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
identifica
ενεστώτα μετοχή
identificando
απλός αόριστος
identifiqué
παθητική μετοχή
identificado
Παραδείγματα
Es difícil identificar a la persona en la foto. 

Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το άτομο στη φωτογραφία.

02

αυτοπροσδιορίζομαι

decir quién eres o presentarte 
Παραδείγματα
Ella siempre se identifica con su nombre completo. 

Αυτή πάντα παρουσιάζει τον εαυτό της με το πλήρες όνομά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store