Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el efecto invernadero
/efˈekto ˌimbɛɾnaðˈɛɾɔ/
El efecto invernadero
[gender: masculine]
01
φαινόμενο του θερμοκηπίου
proceso por el cual ciertos gases atrapan el calor en la atmósfera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El efecto invernadero afecta los ecosistemas y la biodiversidad.
Το φαινόμενο του θερμοκηπίου επηρεάζει τα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα.



























