colocar
co
ko
ko
lo
lo
lo
car
ˈkaɾ
kar
colorar

Ορισμός και σημασία του "colocar"στα ισπανικά

colocar
01

τοποθετώ

poner algo en un lugar específico 
colocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
coloco
γ΄ ενικό πρόσωπο
coloca
ενεστώτα μετοχή
colocando
απλός αόριστος
coloqué
παθητική μετοχή
colocado
Παραδείγματα
Coloca los libros en la estantería. 

Τοποθετήστε τα βιβλία στο ράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store