Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colocar
[past form: coloqué][present form: coloco]
01
τοποθετώ
poner algo en un lugar específico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
coloco
γ΄ ενικό πρόσωπο
coloca
ενεστώτα μετοχή
colocando
απλός αόριστος
coloqué
παθητική μετοχή
colocado
Παραδείγματα
Colocaron la señal para indicar el peligro.
Τοποθέτησαν το σήμα για να υποδείξουν τον κίνδυνο.



























