Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aumentar
01
αυξάνω
hacer que algo sea mayor en cantidad, tamaño o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aumento
γ΄ ενικό πρόσωπο
aumenta
ενεστώτα μετοχή
aumentando
απλός αόριστος
aumenté
παθητική μετοχή
aumentado
Παραδείγματα
Necesitamos aumentar la producción de la fábrica.
Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγή του εργοστασίου.
1.1
αυξάνω
crecer en cantidad, tamaño o intensidad
Intransitive
Παραδείγματα
La población del país aumenta cada año.
Ο πληθυσμός της χώρας αυξάνεται κάθε χρόνο.



























