Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agravar
01
επιδεινώνω, χειροτερεύω
empeorar una enfermedad, situación o estado de forma progresiva
Παραδείγματα
La infección se agravó durante la noche.
Η λοίμωξη επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας.
02
επιδεινώνω, χειροτερεύω
hacer que una situación, enfermedad o problema se vuelva más grave o intenso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
agrava
ενεστώτα μετοχή
agravando
απλός αόριστος
agravé
παθητική μετοχή
agravado
Παραδείγματα
El frío puede agravar los síntomas.
Το κρύο μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα.



























