Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agregar
01
προσθέτω, ενσωματώνω
incluir o incorporar algo a un conjunto o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
agrego
γ΄ ενικό πρόσωπο
agrega
ενεστώτα μετοχή
agregando
απλός αόριστος
agregó
παθητική μετοχή
agregado
Παραδείγματα
El editor agregó una nota al final del texto.
Ο εκδότης πρόσθεσε μια σημείωση στο τέλος του κειμένου.



























