Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
próximo
01
κοντινός, γειτονικός
que está cerca en el espacio, el tiempo o la relación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más próximo
συγκριτικός βαθμός
más próximo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
próximo
αρσενικό πληθυντικό
próximos
θηλυκό ενικό
próxima
θηλυκό πληθυντικό
próximas
Παραδείγματα
Vivo en un pueblo próximo a la ciudad.
Ζω σε μια πόλη κοντά στην πόλη.
02
επόμενος
que viene inmediatamente después en el tiempo o en el orden
Παραδείγματα
El próximo tren llega en diez minutos.
Το επόμενο τρένο φτάνει σε δέκα λεπτά.



























