Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El docente
01
δάσκαλος
una persona que se dedica profesionalmente a la enseñanza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
docentes
Παραδείγματα
El docente prepara sus lecciones con mucho cuidado cada noche.
Ο δάσκαλος προετοιμάζει τα μαθήματά του με πολύ προσοχή κάθε βράδυ.
docente
01
διδακτικός, εκπαιδευτικός
relacionado con la enseñanza o los profesores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
docente
αρσενικό πληθυντικό
docentes
θηλυκό ενικό
docente
θηλυκό πληθυντικό
docentes
Παραδείγματα
El personal docente de la universidad está en huelga.
Το διδακτικό προσωπικό του πανεπιστημίου είναι σε απεργία.



























