Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complicado
01
περίπλοκος, δύσκολος
que es difícil de entender, resolver o manejar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más complicado
συγκριτικός βαθμός
más complicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
complicado
αρσενικό πληθυντικό
complicados
θηλυκό ενικό
complicada
θηλυκό πληθυντικό
complicadas
Παραδείγματα
El problema de matemáticas es muy complicado.
Το μαθηματικό πρόβλημα είναι πολύ περίπλοκο.



























