Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sobrepeso
01
υπέρβαρο, υπερβολικό βάρος
condición de tener más peso del que es saludable para el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El médico aconseja controlar el sobrepeso.
Ο γιατρός συμβουλεύει τον έλεγχο του υπέρβαρου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sobrepeso
sobre
peso



























