Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nacional
01
εθνικός, εθνική
relacionado con un país o una nación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nacional
αρσενικό πληθυντικό
nacionales
θηλυκό ενικό
nacional
θηλυκό πληθυντικό
nacionales
Παραδείγματα
La cultura nacional incluye tradiciones y costumbres.
Ο εθνικός πολιτισμός περιλαμβάνει παραδόσεις και έθιμα.
02
εθνικός, εσωτερικός
relativo a algo que ocurre dentro de un país
Παραδείγματα
La empresa solo vende productos nacionales.
Η εταιρεία πουλά μόνο εγχώρια προϊόντα.



























