Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechazar
[past form: rechacé][present form: rechazo]
01
απορρίπτω
no aceptar, no admitir o decir que no a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
rechazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechaza
ενεστώτα μετοχή
rechazando
απλός αόριστος
rechacé
παθητική μετοχή
rechazado
Παραδείγματα
Rechazó la oferta porque esperaba una mejor.
Απέρριψε την προσφορά γιατί περίμενε μια καλύτερη.
02
απωθώ, προκαλώ απέχθεια
causar una fuerte aversión, repulsión o desagrado
Παραδείγματα
¿ Te rechaza el sabor del marisco?
Σε απορρίπτει η γεύση των θαλασσινών ;
03
απορρίπτω
cuando el cuerpo de una persona ataca y trata de destruir un órgano o tejido que ha sido trasplantado
Παραδείγματα
¿ Qué probabilidad hay de que rechace la médula ósea?
Ποια είναι η πιθανότητα να απορρίψει το μυελό των οστών ;



























