Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechazar
01
απορρίπτω
no aceptar, no admitir o decir que no a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
rechazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechaza
ενεστώτα μετοχή
rechazando
απλός αόριστος
rechacé
παθητική μετοχή
rechazado
Παραδείγματα
Rechazó la invitación a la fiesta.
Απέρριψε την πρόσκληση στο πάρτι.
02
απωθώ, προκαλώ απέχθεια
causar una fuerte aversión, repulsión o desagrado
Παραδείγματα
Su hipocresía me rechaza.
Η υποκρισία του με απωθεί.
03
απορρίπτω
cuando el cuerpo de una persona ataca y trata de destruir un órgano o tejido que ha sido trasplantado
Παραδείγματα
El cuerpo del paciente puede rechazar el nuevo órgano.
Το σώμα του ασθενούς μπορεί να απορρίψει το νέο όργανο.



























