Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
molestar
01
ενοχλώ, ενοχλώ
causar una leve incomodidad, irritación o distracción a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
molesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
molesta
ενεστώτα μετοχή
molestando
απλός αόριστος
molesté
παθητική μετοχή
molestado
Παραδείγματα
El ruido del tráfico empieza a molestarme.
Ο θόρυβος της κυκλοφορίας αρχίζει να με ενοχλεί.
02
πικραίνομαι, αισθάνομαι ενόχληση
sentir irritación o enfado por algo considerado ofensivo o injusto
Παραδείγματα
Lo que más le molesta es la injusticia.
Αυτό που τον ενοχλεί περισσότερο είναι η αδικία.
03
ενοχλώ, προσβάλλω
causar molestia o incomodidad a alguien, ofender
Παραδείγματα
Las críticas injustas realmente me molestaron.
Οι άδικες κριτικές πραγματικά με ενοχλούσαν.



























