Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
molestar
01
ενοχλώ, ενοχλώ
causar una leve incomodidad, irritación o distracción a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
molesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
molesta
ενεστώτα μετοχή
molestando
απλός αόριστος
molesté
παθητική μετοχή
molestado
Παραδείγματα
¿Te molesta si abro la ventana?
Σε ενοχλεί αν ανοίξω το παράθυρο ;
02
πικραίνομαι, αισθάνομαι ενόχληση
sentir irritación o enfado por algo considerado ofensivo o injusto
Παραδείγματα
Me molesta profundamente su falta de honestidad.
Ενοχλώ η έλλειψη ειλικρίνειας του με ενοχλεί βαθιά.
03
ενοχλώ, προσβάλλω
causar molestia o incomodidad a alguien, ofender
Παραδείγματα
Me molestó mucho su comentario sobre mi trabajo.
Το σχόλιό του για τη δουλειά μου με ενοχλήσε πολύ.



























