Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contundente
01
πειστικός, σαφής
que persuade o impresiona por su fuerza o claridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más contundente
συγκριτικός βαθμός
más contundente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contundente
αρσενικό πληθυντικό
contundentes
θηλυκό ενικό
contundente
θηλυκό πληθυντικό
contundentes
Παραδείγματα
Presentó un argumento contundente durante el debate.
Παρουσίασε ένα πειστικό επιχείρημα κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
02
χορταστικός, γεμάτος
que causa saciedad o sensación de pesadez al consumirlo
Παραδείγματα
El desayuno fue contundente y me mantuvo satisfecho todo el día.
Το πρωινό ήταν χορταστικό και με κράτησε ικανοποιημένο όλη την ημέρα.



























