Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contundente
01
πειστικός, σαφής
que persuade o impresiona por su fuerza o claridad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más contundente
συγκριτικός βαθμός
más contundente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contundente
αρσενικό πληθυντικό
contundentes
θηλυκό ενικό
contundente
θηλυκό πληθυντικό
contundentes
Παραδείγματα
El informe ofrece conclusiones contundentes sobre el problema.
Η έκθεση προσφέρει πειστικά συμπεράσματα σχετικά με το πρόβλημα.
02
χορταστικός, γεμάτος
que causa saciedad o sensación de pesadez al consumirlo
Παραδείγματα
El pastel era contundente y muy dulce.
Το κέικ ήταν χορταστικό και πολύ γλυκό.



























