cobrar
cob
ˈkoβ
kob
rar
ɾaɾ
rar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "cobrar"στα ισπανικά

cobrar
01

χρεώνω, εισπράττω

recibir dinero por un trabajo o servicio realizado 
cobrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cobro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cobra
ενεστώτα μετοχή
cobrando
απλός αόριστος
cobré
παθητική μετοχή
cobrado
Παραδείγματα
El mecánico cobra por la reparación del coche. 

Ο μηχανικός χρεώνει για την επισκευή του αυτοκινήτου.

02

κερδίζω

recibir dinero como pago por un trabajo o servicio 
cobrar definition and meaning
Παραδείγματα
Cobro un buen salario en esta empresa. 

Λαμβάνω καλό μισθό σε αυτή την εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store