Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cobrar
[past form: cobré][present form: cobro]
01
χρεώνω, εισπράττω
recibir dinero por un trabajo o servicio realizado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cobro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cobra
ενεστώτα μετοχή
cobrando
απλός αόριστος
cobré
παθητική μετοχή
cobrado
Παραδείγματα
No me cobraron por la consulta médica.
Δεν μου χρέωσαν για την ιατρική συμβουλή.
02
κερδίζω
recibir dinero como pago por un trabajo o servicio
Παραδείγματα
Los empleados cobran a final de mes.
Οι υπάλληλοι λαμβάνουν τον μισθό στο τέλος του μήνα.



























