Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cobrar
01
χρεώνω, εισπράττω
recibir dinero por un trabajo o servicio realizado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cobro
γ΄ ενικό πρόσωπο
cobra
ενεστώτα μετοχή
cobrando
απλός αόριστος
cobré
παθητική μετοχή
cobrado
Παραδείγματα
El mecánico cobra por la reparación del coche.
Ο μηχανικός χρεώνει για την επισκευή του αυτοκινήτου.
02
κερδίζω
recibir dinero como pago por un trabajo o servicio
Παραδείγματα
Cobro un buen salario en esta empresa.
Λαμβάνω καλό μισθό σε αυτή την εταιρεία.



























