amplio
amp
ˈamp
amp
lio
ljo
lyo
empleo

Ορισμός και σημασία του "amplio"στα ισπανικά

01

ευρύς, εκτενής

que tiene mucha anchura o es muy ancho 
amplio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amplio
συγκριτικός βαθμός
más amplio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amplio
αρσενικό πληθυντικό
amplios
θηλυκό ενικό
amplia
θηλυκό πληθυντικό
amplias
Παραδείγματα
El camino es amplio para dos coches. 

Ο δρόμος είναι ευρύς για δύο αυτοκίνητα.

02

ευρύχωρος, απέραντος

que tiene mucho espacio o extensión 
amplio definition and meaning
Παραδείγματα
La habitación del hotel es amplia y cómoda. 

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι ευρύχωρο και άνετο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store