Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amplio
01
ευρύς, εκτενής
que tiene mucha anchura o es muy ancho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amplio
συγκριτικός βαθμός
más amplio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amplio
αρσενικό πληθυντικό
amplios
θηλυκό ενικό
amplia
θηλυκό πληθυντικό
amplias
Παραδείγματα
El camino es amplio para dos coches.
Ο δρόμος είναι ευρύς για δύο αυτοκίνητα.
02
ευρύχωρος, απέραντος
que tiene mucho espacio o extensión
Παραδείγματα
La habitación del hotel es amplia y cómoda.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι ευρύχωρο και άνετο.



























