Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
odiar
01
μισώ
sentir aversión intensa por algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
odio
γ΄ ενικό πρόσωπο
odia
ενεστώτα μετοχή
odiando
απλός αόριστος
odié
παθητική μετοχή
odiado
Παραδείγματα
¿Por qué odias a tu vecino?
Γιατί μισείς τον γείτονά σου ;



























