odiar
Pronunciation
/oðjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "odiar"στα ισπανικά

01

μισώ

sentir aversión intensa por algo o alguien
odiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
odio
γ΄ ενικό πρόσωπο
odia
ενεστώτα μετοχή
odiando
απλός αόριστος
odié
παθητική μετοχή
odiado
Παραδείγματα
No puedo odiar a mis amigos.
Δεν μπορώ να μισήσω τους φίλους μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store