la habilidad
ha
a
a
bi
βi
bi
li
li
li
dad
ˈðað
dhadh
localidadsalinidadcapacidadtemeridad

Ορισμός και σημασία του "habilidad"στα ισπανικά

01

δεξιότητα, ικανότητα

capacidad para hacer algo bien, especialmente con destreza o facilidad 
la habilidad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
habilidades
Παραδείγματα
Tiene una gran habilidad para los idiomas. 

Έχει μεγάλη ικανότητα στις γλώσσες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store