Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La habilidad
[gender: feminine]
01
δεξιότητα, ικανότητα
capacidad para hacer algo bien, especialmente con destreza o facilidad
Παραδείγματα
El curso busca mejorar tus habilidades profesionales.
Το μάθημα στοχεύει στη βελτίωση των επαγγελματικών σας δεξιοτήτων.



























