último
último
ultimo
ooltimo

Ορισμός και σημασία του "último"στα ισπανικά

01

τελευταίος, τελικός

que está al final de una serie o secuencia 
último definition and meaning
Παραδείγματα
Este es el último capítulo del libro. 

Αυτό είναι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου.

01

τελευταίο

que ocurrió o se publicó más recientemente 
último definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más último
συγκριτικός βαθμός
más último
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
último
αρσενικό πληθυντικό
últimos
θηλυκό ενικό
última
θηλυκό πληθυντικό
últimas
Παραδείγματα
Leí el último artículo del periódico. 

Διάβασα το τελευταίο άρθρο της εφημερίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store