sonar
Pronunciation
/sonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sonar"στα ισπανικά

01

χτυπάω

emitir un sonido o ruido
sonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueno
γ΄ ενικό πρόσωπο
suena
ενεστώτα μετοχή
sonando
απλός αόριστος
soné
παθητική μετοχή
sonado
Παραδείγματα
Las campanas de la iglesia sonaron durante la ceremonia.
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτύπησαν κατά τη διάρκεια της τελετής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store