Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonar
01
χτυπάω
emitir un sonido o ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueno
γ΄ ενικό πρόσωπο
suena
ενεστώτα μετοχή
sonando
απλός αόριστος
soné
παθητική μετοχή
sonado
Παραδείγματα
Las campanas de la iglesia sonaron durante la ceremonia.
Οι καμπάνες της εκκλησίας χτύπησαν κατά τη διάρκεια της τελετής.



























