sonar
so
so
so
nar
ˈnaɾ
nar
sanarsolarsoñar

Ορισμός και σημασία του "sonar"στα ισπανικά

01

χτυπάω

emitir un sonido o ruido 
sonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueno
γ΄ ενικό πρόσωπο
suena
ενεστώτα μετοχή
sonando
απλός αόριστος
soné
παθητική μετοχή
sonado
Παραδείγματα
El teléfono comenzó a sonar a las ocho. 

Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει στις οκτώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store