Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sonar
01
χτυπάω
emitir un sonido o ruido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueno
γ΄ ενικό πρόσωπο
suena
ενεστώτα μετοχή
sonando
απλός αόριστος
soné
παθητική μετοχή
sonado
Παραδείγματα
El teléfono comenzó a sonar a las ocho.
Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει στις οκτώ.



























