Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sonidista
01
ηχολήπτης
profesional encargado de la grabación, mezcla y control del sonido en producciones musicales o audiovisuales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sonidistas
Παραδείγματα
El sonidista ajustó el volumen de los micrófonos.
Ο ηχολήπτης ρύθμισε την ένταση των μικροφώνων.



























