Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saltar
01
πηδώ
elevarse del suelo con impulso para moverse hacia arriba o hacia adelante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
salto
γ΄ ενικό πρόσωπο
salta
ενεστώτα μετοχή
saltando
απλός αόριστος
salté
παθητική μετοχή
saltado
Παραδείγματα
El niño saltó sobre la cama.
Το παιδί πήδηξε πάνω στο κρεβάτι.
02
παραβιάζω, παραβαίνω
no respetar una regla o ley intencionalmente
Παραδείγματα
No debes saltarte las normas de la escuela.
Δεν πρέπει να παραβιάζεις τους κανόνες του σχολείου.
03
εκρήγνυμαι, ξεσπώ
reaccionar con ira repentina y violenta, especialmente ante una provocación
Παραδείγματα
Saltó cuando le dijeron que su trabajo no era suficiente.
Πηδάω όταν του είπαν ότι η δουλειά του δεν ήταν αρκετή.



























